• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
long ago adv(many years before now)παλιά, πριν από πολλά χρόνια έκφρ
 Long ago all these mountains were volcanoes.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a long time ago adv(in the distant past)πριν από πολύ καιρό, πολύ παλιά, εδώ και πολύ καιρό φρ ως επίρ
 A long time ago, my ancestors settled in this land.
not long ago adv(a short time previously) (ώρες, λεπτά κλπ)πριν λίγο, πριν από λίγο φρ ως επίρ
 (εβδομάδες κλπ)πριν λίγο καιρό φρ ως επίρ
 I saw John not long ago, but I can't remember exactly when.
not so long ago expr(a short time past)πριν λίγο καιρό έκφρ
  δεν πάει πολύς καιρός από όταν έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'long ago' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση long ago στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «long ago».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!